Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΡΑΚΛΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΡΑΚΛΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

ΚΝΩΣΣΟΣ

Κνωσός
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Συντεταγμένες: 35°17′52″N 25°09′49″E / 35.2978, 25.1636

Παλάτι της Κνωσού

Αίθουσα του θρόνου

Τοιχογραφία από το Μέγαρο της Βασίλισσας

Ταυροκαθάψια. Τοιχογραφία από το παλάτι της Κνωσού
Το μινωϊκό ανάκτορο είναι ο κύριος επισκέψιμος χώρος της Κνωσού, σημαντικής πόλης κατά την αρχαιότητα, με συνεχή ζωή από τα νεολιθικά χρόνια έως τον 5ο αι. μ.Χ. Είναι χτισμένο στο λόφο της Κεφάλας, με εύκολη πρόσβαση στη θάλασσα αλλά και στο εσωτερικό της Κρήτης. Κατά την παράδοση, υπήρξε η έδρα του σοφού βασιλιά Μίνωα. Συναρπαστικοί μύθοι, του Λαβύρινθου με το Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο, συνδέονται με το ανάκτορο της Κνωσού.
Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν το 1878 από τον Ηρακλειώτη Μίνωα Καλοκαιρινό. Ακολούθησαν οι ανασκαφές που διεξήγαγε ο Αγγλος Sir Άρθουρ Έβανς (1900-1913 και 1922-1930) και που αποκάλυψαν ολόκληρο το ανάκτορο.
Τα παλαιότερα ίχνη κατοίκησης στο χώρο του ανακτόρου ανάγονται στη νεολιθική εποχή (7000-3000 π.Χ.). Η κατοίκηση συνεχίζεται στην προανακτορική περίοδο (3000-1900 π.Χ.), στο τέλος της οποίας ο χώρος ισοπεδώνεται για την ανέγερση ενός μεγάλου ανακτόρου. Το πρώτο αυτό ανάκτορο καταστρέφεται, πιθανότατα από σεισμό, το 1700 π.Χ. περίπου. Δεύτερο, μεγαλοπρεπέστερο ανάκτορο ανεγείρεται πάνω στα ερείπια του παλαιού. Μετά από μερική καταστροφή γύρω στο 1450 π.Χ.,οι Μυκηναίοι εγκαθίστανται στην Κνωσό. Το ανάκτορο καταστρέφεται οριστικά περί το 1350 π.Χ. από μεγάλη πυρκαγιά. Ο χώρος που καλύπτει ξανακατοικείται από την ύστερη μυκηναϊκή περίοδο μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια.
Στο ανάκτορο της Κνωσού έχουν γίνει ευρείας έκτασης αναστηλώσεις από τον αρχαιολόγο Sir Arthur Evans. Ηταν πολυόροφο και κάλυπτε έκταση 20.000 τ.μ. Εντύπωση προκαλούν η ποικιλία των δομικών υλικών, τα χρωματιστά κονιάματα, οι ορθομαρμαρώσεις και οι τοιχογραφίες που κοσμούν δωμάτια και διαδρόμους. Τις υψηλές τεχνικές γνώσεις των Μινωϊτών επιβεβαιώνουν πρωτότυπες αρχιτεκτονικές και κατασκευαστικές επινοήσεις, όπως οι φωταγωγοί και τα πολύθυρα, η χρήση δοκαριών για ενίσχυση της τοιχοποιίας, καθώς και το σύνθετο αποχετευτικό και υδρευτικό δίκτυο.
Το ανάκτορο αναπτύσσεται γύρω από τη μεγάλη Κεντρική Αυλή, χώρο δημόσιων συγκεντρώσεων. Δεύτερη αυλή, η Δυτική, αποτελούσε την επίσημη πρόσβαση στο ανάκτορο αλλά και χώρο τελετουργιών.
Στη δυτική πτέρυγα εντάσσονται οι επίσημοι χώροι διοικητικών και θρησκευτικών δραστηριοτήτων: το Τριμερές Ιερό, τα Ιερά Θησαυροφυλάκια και οι Υπόστυλες Κρύπτες. Ξεχωρίζει η Αίθουσα του Θρόνου, με τη δεξαμενή καθαρμών και τον αλαβάστρινο θρόνο που πλαισιώνεται από θρανία. Στη νότια πτέρυγα σημαντικότεροι χώροι είναι το Νότιο Πρόπυλο, ο Διάδρομος της Πομπής και η Νότια Είσοδος με την τοιχογραφία του πρίγκηπα με τα Κρίνα. Στην ανατολική πτέρυγα εντάσσονται χώροι κατοίκησης και μεγάλες αίθουσες υποδοχής, με κυριότερες την Αίθουσα των Διπλών Πελέκεων και το Μέγαρο της Βασίλισσας. Σε αυτές οδηγεί το επιβλητικό μεγάλο Κλιμακοστάσιο.
Από τη Βόρεια Είσοδο γινόταν η επικοινωνία με το λιμάνι της Κνωσού. Η Βόρεια Είσοδος πλαισιώνεται από υπερυψωμένες στοές, από τις οποίες η δυτική κοσμείται με την τοιχογραφία του Κυνηγιού Ταύρου.
Μεγάλος λιθόστρωτος πομπικός δρόμος, ο Βασιλικός Δρόμος, οδηγούσε από το Μικρό Ανάκτορο και την πόλη στη βορειοδυτική γωνία του ανακτόρου, όπου διαμορφώνεται υπαίθριος θεατρικός χώρος.
Γύρω από το ανάκτορο εκτεινόταν ο μινωικός οικισμός και, στους λόφους, τα νεκροταφεία. Σημαντικά οικοδομήματα της ίδιας περιόδου είναι: η Νότια Οικία, η Οικία του ιερού Βήματος, το Μικρό Ανάκτορο, ο Ξενώνας, η Βασιλική Επαυλη και ο Τάφος-Ιερό. Από τη ρωμαϊκή Κνωσό σημαντικό οικοδόμημα είναι η Βίλλα του Διονύσου με ψηφιδωτά δάπεδα (2ος αι. μ.Χ.).
Τα πολυάριθμα, εξαιρετικής τέχνης, ευρήματα από το ανάκτορο, αγγεία, σκεύη, ειδώλια, το αρχείο πινακίδων της Γραμμικής Β γραφής, καθώς και τα πρωτότυπα των τοιχογραφιών, φυλάσσονται στο Μουσείο Ηρακλείου.

ΚΡΗΝΗ ΜΟΡΟΖΙΝΗ

ΚΡΗΝΗ ΜΟΡΟΖΙΝΙ
Είναι από τα ωραιότερα βενετικά μνημεία του Χάνδακα και της Κρήτης γενικά και σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση. Βρίσκεται στην πλατεία Ελευθερίου Βενιζέλου, απέναντι από τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, σχεδόν τέσσερις αιώνες.
Τα εγκαίνιά της έγιναν στις 25 Απριλίου 1628 -γιορτή του Αγίου Μάρκου, πολιούχου της πόλης- οπότε ο διψασμένος Χάνδακας είδε για πρώτη φορά να τρέχει άφθονο νερό από τα στόματα των λιονταριών.
Εμπνευστής του έργου ήταν ο Φραγκίσκος Μοροζίνι, που έδωσε στην κρήνη το όνομά του. Η κρήνη εδράζεται πάνω σε κυκλικό κρηπίδωμα με τρία διαζώματα. Ήταν ψηλότερα από το δάπεδο της πλατείας. Το οκτάλωβο σχήμα της δεξαμενής οφείλεται στην αύξηση της περιφέρειάς της, για να παίρνουν νερό περισσότεροι άνθρωποι . Στο κάθε ημικύκλιο μπορούν να σταθούν πέντε, δηλαδή σ' όλη την κρήνη σαράντα άτομα συγχρόνως, να βουτήξουν τα δοχεία τους και να τα γεμίσουν. Βρύσες (κρουνοί) δεν υπήρχαν. Τα θέματα των ανάγλυφων παραστάσεων στους λοβούς, είναι παρμένα από την ελληνική μυθολογία και κυρίως από το θαλασσινό κόσμο. (Τρίτωνες, δελφίνια, ιππόκαμποι, νεράιδες, θαλλασσινοί θεοί, δαίμονες). Στο κέντρο του κάθε λοβού είναι το οικόσημο του Δόγη, του Μοροζίνι, του Δούκα και των Συμβούλων του. Πάνω στο οκτάστηλο βάθρο, κάθονται αντίνωτα σε συνηθισμένη στάση, τέσσερα λιοντάρια και το νερό που είναι στη λεκάνη που στηρίζουν τα ίδια, τρέχει από τα στόματά τους. Τρέχει επίσης και από τις τέσσερις μαστοειδείς οπές ανάμεσα στα λιοντάρια.
Όπως φαίνεται στο μετάλλιο που έκοψε ο Μοροζίνι, με την ευκαιρία των εγκαινίων, είχε τοποθετηθεί πάνω από την κρήνη άγαλμα του Ποσειδώνα. Το άγαλμα αυτό δε σώζεται σήμερα. Καταστράφηκε από τους Τούρκους ή από σεισμό.
Το 1847 οι Τούρκοι άλλαξαν τη μορφή της κρήνης προσθέτοντας στο χείλος της οκτάλωβης λεκάνης, μαρμάρινες κολόνες που περιβάλλονταν στην κορυφή με μαρμάρινη ταινία πάνω στην οποία είναι γραμμένο με επίχρυσα γράμματα "Συντριβάνι Αμπντούλ Μετζίτ". Επίσης τρύπησαν τους λοβούς και τοποθέτησαν βρύσες, καταστρέφοντας τα ανάγλυφα.
Το 1900 το μνημείο αποκαταστάθηκε στην αρχική του μορφή.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ